ἐπιφέρω

ἐπι|φέρω / προσ|φέρω приносить, наносить, налагать, прилагать, приближать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπιφέρω" в других словарях:

  • ἐπιφέρω — bring pres subj act 1st sg ἐπιφέρω bring pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιφέρω — επιφέρω, επέφερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιφέρω — (AM ἐπιφέρω) νεοελλ. 1. επενεργώ, επιδρώ για δεύτερη φορά («θα επιφέρουμε τροποποιήσεις στο νομοσχέδιο») 2. αναφέρω συμπληρωματικά, επιλέγω, προσθέτω («επιφέρει παραδείγματα που ενισχύουν τους ισχυρισμούς του») 3. (για επιστολή) μεταφέρω… …   Dictionary of Greek

  • επιφέρω — επέφερα, μτβ. 1. φέρνω ως επακόλουθο ή ως αποτέλεσμα, προξενώ, προκαλώ: Οι χαμηλοί μισθοί επέφεραν τις απεργίες. 2. αναφέρω συμπληρωματικά, προσθέτω ως επίλογο: Θα επιφέρω στοιχεία που ενισχύουν την άποψή μου. 3. μεταβάλλω, αλλοιώνω, μεταρρυθμίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπενηνεγμένα — ἐπιφέρω bring perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπενηνεγμένᾱ , ἐπιφέρω bring perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπενηνεγμένᾱ , ἐπιφέρω bring perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφέρεσθε — ἐπιφέρω bring pres imperat mp 2nd pl ἐπιφέρω bring pres ind mp 2nd pl ἐπιφέρω bring imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφέρετε — ἐπιφέρω bring pres imperat act 2nd pl ἐπιφέρω bring pres ind act 2nd pl ἐπιφέρω bring imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφέρῃ — ἐπιφέρω bring pres subj mp 2nd sg ἐπιφέρω bring pres ind mp 2nd sg ἐπιφέρω bring pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενεγκάντων — ἐπιφέρω bring aor part act masc/neut gen pl ἐπιφέρω bring aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενεγκόν — ἐπιφέρω bring aor part act masc voc sg ἐπιφέρω bring aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενεγκόντα — ἐπιφέρω bring aor part act neut nom/voc/acc pl ἐπιφέρω bring aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.